Μέθοδοι και Σχολές Προπόνησης: Υπάρχει τελικά η «καλύτερη»;

Στον χώρο της προπόνησης αντοχής υπάρχει μια διαρκής συζήτηση σχετικά με το ποια σχολή είναι η αποτελεσματικότερη. Ακούμε συχνά για την κενυατική, τη νορβηγική, την ιταλική, την αμερικανική, την αυστραλιανή σχολή προπόνησης κα. Συχνά όμως διαφεύγει ένα βασικό στοιχείο: καμία από αυτές δεν αποτελεί ένα απόλυτα καθορισμένο σύστημα με συγκεκριμένη και αμετάβλητη αλληλουχία προπονήσεων.

Στην πραγματικότητα, οι περισσότερες προπονητικές σχολές βασίζονται σε ένα σύνολο αρχών και όχι σε ένα αυστηρό δόγμα. Ακόμη και οι κορυφαίοι εκπρόσωποί τους προσαρμόζουν συνεχώς την προπόνηση στις ανάγκες του κάθε αθλητή. Αυτό ίσως φαίνεται να έρχεται σε αντίθεση με την ίδια την έννοια της «σχολής». Αν η απόλυτη εξατομίκευση αποτελεί προϋπόθεση για τη μέγιστη απόδοση, τότε γιατί υπάρχουν διαφορετικές σχολές προπόνησης;

του Θεόδωρου Λάζαρη

Η απάντηση βρίσκεται πιθανότατα στη σύνθετη αλληλεπίδραση βιολογίας, περιβάλλοντος και πολιτισμού.

Η σύγχρονη αθλητική φυσιολογία έχει αποδείξει ότι οι άνθρωποι δεν ανταποκρίνονται με τον ίδιο τρόπο στα ίδια προπονητικά ερεθίσματα. Ακόμη και όταν δύο αθλητές ακολουθούν το ίδιο πρόγραμμα, οι προσαρμογές που θα εμφανίσουν μπορεί να διαφέρουν σημαντικά ως προς τη βελτίωση της VO₂max, των κατωφλίων, της δρομικής οικονομίας ή της αντοχής στην κόπωση. Η βιολογική ποικιλομορφία αποτελεί θεμελιώδες χαρακτηριστικό του ανθρώπινου είδους.

Η άποψη αυτή δεν αποτελεί απλώς μια προπονητική παρατήρηση αλλά επιβεβαιώνεται και από τη σύγχρονη επιστημονική βιβλιογραφία. Ήδη από τη γνωστή μελέτη HERITAGE Family Study φάνηκε ότι άτομα που ακολουθούσαν ακριβώς το ίδιο πρόγραμμα αερόβιας προπόνησης παρουσίαζαν εντυπωσιακά διαφορετικές βελτιώσεις στη VO₂max, με ορισμένους να εμφανίζουν πολύ μεγάλες προσαρμογές και άλλους σημαντικά μικρότερες. Τα επόμενα χρόνια, η έρευνα επιβεβαίωσε ότι η προσαρμοστικότητα στην προπόνηση (trainability) επηρεάζεται από ένα σύνθετο σύνολο γενετικών, επιγενετικών και περιβαλλοντικών παραγόντων. Με απλά λόγια, το ίδιο ερέθισμα δεν προκαλεί πάντοτε την ίδια βιολογική απάντηση σε όλους τους αθλητές.

Παράλληλα όμως, διαφορετικοί πληθυσμοί έχουν εξελιχθεί και αναπτυχθεί μέσα σε διαφορετικά περιβάλλοντα. Το κλίμα, το υψόμετρο, η διατροφή, οι καθημερινές συνήθειες, οι κοινωνικές δομές και οι πολιτισμικές επιρροές διαμορφώνουν σταδιακά διαφορετικά φυσιολογικά χαρακτηριστικά και διαφορετικές αθλητικές κουλτούρες.

Η σύγχρονη βιολογία έχει δείξει ότι η ανθρώπινη απόδοση δεν καθορίζεται αποκλειστικά από τα γονίδια. Η διατροφή, το υψόμετρο, η φυσική δραστηριότητα κατά την ανάπτυξη, οι κοινωνικές συνθήκες και πλήθος περιβαλλοντικών ερεθισμάτων μπορούν να επηρεάσουν την έκφραση των γονιδίων μέσω επιγενετικών μηχανισμών. Έτσι, πληθυσμοί που ζουν για γενιές σε διαφορετικά περιβάλλοντα συχνά αναπτύσσουν διαφορετικά φυσιολογικά χαρακτηριστικά και διαφορετικές αθλητικές κουλτούρες, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι υπάρχει κάποια «ανώτερη» ή «κατώτερη» βιολογία.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο αναπτύχθηκαν και οι διάφορες σχολές προπόνησης. Οι προπονητές κάθε χώρας και κάθε εποχής παρατηρούσαν τους αθλητές τους, κατέγραφαν τις αντιδράσεις τους και σταδιακά διαμόρφωναν μεθόδους που ανταποκρίνονταν καλύτερα στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους. Έτσι δημιουργήθηκαν διαφορετικές προσεγγίσεις που, αν και συχνά διαφέρουν στην εφαρμογή, βασίζονται τελικά στις ίδιες βιολογικές αρχές της προσαρμογής.

Γι’ αυτό και οι επιτυχημένες σχολές προπόνησης δεν αποτελούν ανταγωνιστικές αλήθειες. Αποτελούν διαφορετικές λύσεις στο ίδιο βιολογικό πρόβλημα. Η κενυατική σχολή, η νορβηγική προσέγγιση, η ιταλική φιλοσοφία του Canova ή οι παραδοσιακές αμερικανικές μέθοδοι δεν είναι απαραίτητα αντίθετες μεταξύ τους. Αντίθετα, αποτελούν διαφορετικούς δρόμους που αναπτύχθηκαν μέσα σε διαφορετικά περιβάλλοντα, αξιοποιώντας διαφορετικά χαρακτηριστικά αθλητών και διαφορετικές πολιτισμικές επιρροές. Δεν είναι τυχαίο ότι αρκετές από τις σημαντικότερες προπονητικές καινοτομίες προέκυψαν πρώτα από την εμπειρική παρατήρηση κορυφαίων προπονητών και αθλητών και μόνο αργότερα βρήκαν επιστημονική επιβεβαίωση μέσα από τη φυσιολογία της άσκησης

Αυτό εξηγεί και γιατί η μηχανική αντιγραφή μιας επιτυχημένης σχολής σπάνια οδηγεί στα ίδια αποτελέσματα. Ένα προπονητικό μοντέλο που λειτούργησε εξαιρετικά σε έναν πληθυσμό ή σε έναν συγκεκριμένο αθλητή δεν είναι βέβαιο ότι θα λειτουργήσει με τον ίδιο τρόπο σε κάποιον άλλο. Η αποτελεσματικότητα μιας μεθόδου εξαρτάται πάντοτε από τη συμβατότητά της με τα χαρακτηριστικά του αθλητή που την εφαρμόζει.

Ίσως τελικά το μεγαλύτερο λάθος στη σύγχρονη προπονητική να είναι η προσπάθεια αντιγραφής των αποτελεσμάτων αντί της κατανόησης των αιτιών που τα δημιούργησαν. Οι κορυφαίες σχολές προπόνησης δεν πέτυχαν επειδή ανακάλυψαν κάποιο μυστικό πρόγραμμα. Πέτυχαν επειδή κατάφεραν να κατανοήσουν βαθύτερα τους αθλητές τους και να χτίσουν γύρω από αυτούς ένα σύστημα που αξιοποιούσε τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους.

Ο σύγχρονος προπονητής δεν χρειάζεται να επιλέξει στρατόπεδο ανάμεσα στις διάφορες σχολές. Χρειάζεται να κατανοήσει τις αρχές που τις έκαναν αποτελεσματικές και να τις προσαρμόσει στις ανάγκες του δικού του αθλητή. Η πραγματική πρόκληση δεν είναι να γίνει Κενυάτης, Νορβηγός ή Ιταλός. Είναι να κατανοήσει τη βιολογία του αθλητή που βρίσκεται απέναντί του, τα ιδιαίτερα γενετικά και εξελικτικά χαρακτηριστικά που τον διαμόρφωσαν, τις περιβαλλοντικές επιδράσεις που έχει δεχθεί και, πάνω απ’ όλα, τη μοναδική ατομική ποικιλομορφία του.

Η προπόνηση δεν είναι θέμα δογμάτων αλλά βιολογίας. Και η βιολογία, πάνω απ’ όλα, είναι η επιστήμη της εξατομίκευσης.